Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καμπούκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καμπούκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2009

Θέατρο Καμπούκι (12η Νύχτα) στο Λονδίνο




Την Τετάρτη 25 Μαρτίου πήγα στο Barbican Center για να παρακολουθήσω μια Ιαπωνέζικη παράσταση. Τα εισιτήρια ήταν Sold out σχεδόν 25 μέρες νωρίτερα. Γινότανε χαμός. Όπως σχεδόν σε όλες τις θεατρικές παραστάσεις στο Λονδίνο. Νομίζω ότι το Θέατρο αυτό ήταν πολύ σημαντικό, αλλά εγώ αυτό δεν το ήξερα. Υπήρχαν κάμερες παντού και πολλοί από το κοινό φοράγανε επίσημα ενδύματα, παραδοσιακά κιμονό. Έπειτα έμαθα ότι το θέατρο είναι Παραδοσιακό θέατρο Καμπούκι της Ιαπωνίας. Η παράσταση ήταν η "Δωδέκατη Νύχτα" του Γούιλιαμ Σαίξπηρ.



Βασικά η παράσταση για μένα είχε πολύ πλάκα. Οι χαρακτήρες παιζότανε όλοι από άνδρες πράγμα που μου θύμισε πολύ το δικό μας αρχαίο θέατρο. Φοράγανε εκπληκτικά παραδοσιακά κοστούμια, σε έντονα χρώματα και σχέδια. Τα περισσότερα πρόσωπα ήταν βαμμένα λευκά με έντονο στυλιζαρισμένο μακιγιάζ. Ο τρόπος που παίζανε ήταν απίστευτα υπερβολικός, σχεδόν κι αυτός στιλιζαρισμένος. Αλλά απ' ότι κατάλαβα ήταν κομμάτι του θεάτρου αυτή η υπερβολική έπαρση στην πρόζα.

Εκτός από αυτό, το έργο παιζόταν στα ιαπωνέζικα, αυτό σημαίνει ότι δεν καταλάβαινα τίποτα. Υπήρχαν βέβαια 2 μόνιτορ τα οποία μετέφραζαν το έργο στα σαιξπιρίστικα, αλλά πολλά ακόμη δεν τα καταλάβαινα. Βασικά μου φάνηκε ότι μεταφράζανε λιγότερα απ' όσα λέγανε, μιας και όταν αναρτήζανε μια πρόταση στο μόνιτορ, οι ηθοποιοί συνέχιζαν να μιλάνε για 2-3 προτάσεις ακόμη, εκτός και αν ο λόγος τους ήταν τόσο αργός, δεν ξέρω.. πάντως πολλές φορές ο λόγος του ήταν τόσο συρτός που κατέληγε πονοκέφαλος.

Ένας άλλος πονοκέφαλος ήταν η διάρκεια του έργου. Η παράσταση άρχισε στις 7 και τελείωσε γύρω στις 11, αυτό σήμαινε 2 γεμάτα 100 λεπτά παράστασης. Πολλοί φύγαν με το πρώτο διάλειμμα.



Τα σκηνικά ήταν εξαιρετικά, υπερθεαματικά. Με την χρήση πολλών καθρεφτών βοηθούσαν στη μεγέθυνση του χώρου. Στα σκηνικά μπορούσες να αναγνωρίσεις την χρήση παλιών ιαπωνέζικων σχεδίων και χαρακτήρων, πολλές φορές ήταν λες και έβλεπα μπροστά μου ζωντανό τον ίδιο τον πίνακα.




Η παράσταση είχε ζωντανή μουσική σε όλη τη διάρκεια του έργου. Όπως και επίσης έναν άνθρωπο που ήταν για την δημιουργία των ήχων, μάλλον για την υπερβολή τους. Παράδειγμα όταν υποτιθέμενα χτύπαγαν σε μια πολεμική σκηνή ο ένας τον άλλον, ο άνδρας αυτός δημιουργούσε τον ήχο του χτυπήματος χτυπώντας 2 κομμάτια ξύλου σε μια ξύλινη επίσης πλάκα. Η μουσική έπαιζε τον ρόλο του δημιουργού του αισθήματος. Δεν συνόδευε απλά την πλοκή.


Υπόθεση Έργου

Η πριγκίπισσα Ολίβια πενθεί για το χαμό του αδερφού της. Συνεπεία αυτού, αρνείται όλες τις προτάσεις που έρχονται από διάφορους άρχοντες, οι οποίοι ενδιαφέρονται να την παντρευτούν. Πιο επίμονος από όλους, ο Ορσίνο. Ο οποίος στέλνει συνέχεια τον βοηθό του, Σεζάριο, για να μεταφέρει στην πριγκίπισσα τον έρωτα του άρχοντά του, και να την πείσει να τον δεχτεί. Και ξαφνικά, η Ολίβια ερωτεύεται τον βοηθό!




Ο οποίος βοηθός, όμως, δεν είναι αυτό που δείχνει: στην πραγματικότητα, κάτω από το όνομα Σεζάριο κρύβεται η Βιόλα. Μια νεαρή και όμορφη κοπέλα που βρέθηκε ναυαγός σε τόπο εχθρικό, υποφέροντας από την πιθανότητα ο δίδυμος αδερφός της Σεμπάστιαν να πνίγηκε. Και η οποία αποφασίζει να παρουσιαστεί ως άντρας στον άρχοντα του τόπου, για να την πάρει στη δούλεψή του. Όμως τα βέλη του θεού έρωτα θα λαβώσουν την καρδιά της για τον «αφέντη» της. Και τώρα είναι αναγκασμένη να τον βοηθήσει να κατακτήσει μια άλλη γυναίκα, η οποία δεν ενδιαφέρεται καθόλου γι’αυτόν. Τα πράγματα θα περιπλεχτούν ακόμη περισσότερο όταν ο Σεμπάστιαν θα εμφανιστεί στο παλάτι της Ολίβια! Η οποία χάνει αυγά και καλάθια με την παράλογη συμπεριφορά του «διπλού» Σεζάριο. Θα γίνει, τελικά, ο Σεμπάστιαν – Σεζάριο ο καταλύτης που θα οδηγήσει στην λύση του «δράματος».

Τους Σεζάριο, Ολίβια και Ορσίνο πλαισιώνουν επιτυχημένα μια σειρά πραγματικά εμπνευσμένων χαρακτήρων. Πρώτος και καλύτερος, ο τρελός μουσικός Φέστε, απαραίτητο συστατικό της κάθε αυλής. Ο οποίος τελικά ίσως και μην είναι τόσο τρελός όσο φαίνεται. Απαλλαγμένος από πάθη και φιλοδοξίες, βλέπει τα πράγματα πιο καθαρά από όλους και η κρίση του αποδεικνύεται η ορθότερη. Μετά είναι ο Μαλβόλιο – ο φιλόδοξος υπηρέτης της Ολίβια. Η έπαρση και η ειρωνεία με την οποία αντιμετωπίζει τους υπόλοιπους – προσωπικό και συγγενείς της Ολίβια – τους οδηγεί στο να του στήσουν παγίδα για να τον εκδικηθούν. Ο Μαλβόλιο θα παρασυρθεί σε μια ακατανόητη συμπεριφορά η οποία διασκεδάζει τους δολοπλόκους από την μια, γίνεται η καταδίκη του από την άλλη.




Επόμενος είναι ο Σερ Άντριου, ευκατάστατος μεν, χαμηλής νοημοσύνης δε, ο οποίος μάταια διατηρεί την ελπίδα ότι θα παντρευτεί την Ολίβια. Σειρά παίρνει ο μέθυσος Σερ Τόμπυ, θείος της Ολίβια, που εκμεταλλεύεται την αδυναμία του Σερ Άντριου για να του αποσπά χρήματα και να διασκεδάζει μαζί του. Τελευταία, αλλά σίγουρα όχι μικρότερης «εμβέλειας» η Μαρία, η πανέξυπνη και δολοπλόκα υπηρέτρια της Ολίβια. Αυτή είναι που συλλαμβάνει το σχέδιο που θα οδηγήσει, τελικά, τον Μαλβόλιο πίσω από τα σίδερα της φυλακής.

Στο έργο δεν πιστεύω ότι ακολουθήθηκε πιστά το έργο του Σαίξπηρ, μιας και ο Μαλβόλιο στο τέλος δεν οδηγείτε στη φυλακή αλλά όλα έχουν αίσιο τέλος για τους ήρωες του έργου.

Θέατρο Καμπούκι



Καμπούκι (Kabuki). Είδος ιαπωνικού Θεάτρου χαρακτηριζόμενο από την ιδιαίτερη δραματικότητά του και το εντονότατο μακιγιάζ των ηθοποιών του. Το όνομα προέρχεται από το ρήμα «kabuku» («ξεχωρίζω»), και συνεπώς το Καμπούκι μπορεί να ερμηνευτεί ως «πρωτοποριακό Θέατρο» ή «παράξενο Θέατρο». Τα ιδεογράμματα που απαρτίζουν την γραπτή λέξη «καμπούκι», σημαίνουν «τραγουδώ», «χορεύω» και «ικανότητα», συνεπώς κατά γράμμα το «Καμπούκι» θα μπορούσε να μεταφραστεί ως «τραγουδοχορευτική τέχνη».


1603–1629: Γυναικείο Καμπούκι

Η ιστορία του καμπούκι ξεκινά το 1603 όταν η Οκούνι, μία μίκο (νέα γυναίκα στην υπηρεσία ενός ναού Σίντο) του Ιζούμο Τάισα ή Izuni No Okumi ξεκίνησε να χορεύει ένα νέο στυλ δράματος στην κοίτη του ποταμού στο Κυότο. Για αυτό το λόγο το καμπούκι γράφεται και "歌舞妓" (χορεύσουσα και τραγουδούσα πόρνη) κατά τη διάρκεια της περιόδου Έντο. Σε αυτό το νέου τύπου δράμα, το οποίο έγινε σχεδόν αμέσως πολύ δημοφιλές, τον ρόλο τόσο των ανδρών όσο και των γυναικών ενσάρκωναν γυναίκες. Όταν η φήμη της Izuno no Okuni μεγάλωσε τόσο ώστε να προσκληθεί να παίξει ακόμα και στην αυτοκρατορική Αυλή, σε όλη την χώρα δημιουργήθηκαν αρκετοί παρόμοιοι γυναικείοι θίασοι. Η αρχική μορφή του Καμπούκι διέφερε από αυτήν που γνωρίζουμε σήμερα. Καθώς μάλιστα ένας μεγάλος αριθμός των ηθοποιών του ήταν διαθέσιμες και για πορνεία, κατά την περίοδο Έντο το Καμπούκι γραφόταν εναλλακτικά και με άλλα ιδεογράμματα ως «τραγουδοχορευτική πόρνη».


Η ελευθεριακή και συχνά βίαιη ατμόσφαιρα του Καμπούκι, το οποίο δεν ασχολείτο με ηρωϊκές προσωπικότητες και γεγονότα αλλά σατίριζε πρόσωπα της καθημερινής ζωής και πολύ συχνά επώνυμους κυβερνητικούς αξιωματούχους, προβλημάτισε το σογκουνάτο Τοκουγκάβα, που είχε αναλάβει την εξουσία το 1603, με αποτέλεσμα το 1629 να απαγορευθεί η συμμετοχή των γυναικών στα έργα του Καμπούκι με σκοπό την προστασία της «δημοσίας αιδούς». Από εκείνη την στιγμή, το Καμπούκι πέρασε στα χέρια των ανδρών και δόθηκε μεγαλύτερη έμφαση στην πλοκή παρά στον χορό. Επειδή όμως και σε αυτή του την μορφή το Καμπούκι δημιουργούσε προβλήματα στα δημόσια ήθη και στην δημόσια τάξη (με εκπόρνευση και των νεαρότερων ανδρών ηθοποιών ή με ταραχές που προκαλούσαν θεατές), το σογκουνάτο απαγόρευσε το έτος 1652 την συμμετοχή και των νεαρών ανδρών στην συγκεκριμένη μορφή Θεάτρου.



Το ραντεβού μεταξύ ενός άντρα και ένός νέου , ίσως ενός ηθοποιού Καμπούκι. Οι νέοι ηθοποιοί Καμπούκι ήταν περιζήτητοι από άντρες που επιζητούσαν σούντο


Μετά το 1653: Αντρικό Καμπούκι

Από το 1653, μόνο ώριμοι άνδρες επιτρεπόταν να εκτελούν παραστάσεις kabuki, το οποίο στη συνέχεια εξελίχθηκε σε ένα ιδιαίτερα εκλεπτυσμένο και στυλιζαρισμένο είδος θεάτρου και ονομάστηκε γιαρό καμπούκι (野郎歌舞伎, δηλαδή, Αντρικό Καμπούκι ). Η μεταμόρφωση αυτή του ύφους οφείλεται εν μέρει και από το κωμικό θέατρο Κιογκέν όπως επιβληθηκε από τους σογκούν της εποχής .

Το όνομα γιαρό τελικά εγκαταλέιφθηκε αλλά όλοι οι ρόλοι παιζόταν από άντρες. Οι άντρες ηθοποιοί που ειδικευόταν στους γυναικείους ρόλους ονομαζόταν οναγκάτα ή ογιάμα (女形). Τα επόμενα χρόνια οι οναγκάτα προερχόταν από 3 κυρίως οικογένειες. Δύο βασικοί τύποι ρόλων δημιούργήθηκαν: αραγκότο (σκληρός τύπος) που ξεκίνησε από τον Ιτσικαουα Νταντζουρό (16601704) στο Έντο, και γουαγκότο (ελαφρύς τύπος) από τον Σακάτα Τοτζουρό (16471709) στις περιοχές του Κυότο και της Οζάκας. Το έργο μάλιστα «Sonezaki Shinju» («Οι αυτοκτονίες των ερωτευμένων του Σονεζάκι») του δεύτερου, καθιέρωσε ένα νέο αγαπημένο θέμα στα έργα του Καμπούκι, τις διπλές αυτοκτονίες των εραστών («shinju mono»), με τόσο μεγάλη επιρροή στο κοινό ώστε τελικά η κυβέρνηση προχώρησε το 1723 σε απαγόρευση όλων των έργων που είχαν ανάλογο θέμα. Το αραγκότο ήταν πιο ζωηρός τρόπος απόδοσης στην οποία ο ηθοποιός υπερέβαλλε στις κινήσεις του, στα κοστούμια και στη φωνή. Το γουαγκότο ήταν πιο κατάλληλο για τραγικές ρομαντικές ιστορίες και ήταν πιο ρεαλιστικός τρόπος παράστασης.


Ηθοποιός Καμπούκι, του Κατσουκάουα Σουνσό (1726–1792)

1673–1735: Η περίοδος Τζενρόκου


Κατά τη διάρκεια της Τζενρόκου, το καμπούκι άνθισε. Η δομή των έργων στυλιζαρίστηκε ακόμα περισσότερο. Συμβατικοί ρόλοι επίσης δημιουργήθηκαν. Το Καμπούκι συνδλέθηκε με το νιτζιο τζορούρι (κουκλοθέατρο) και αλληλοεπηρεάστηκαν σε μεγάλο βαθμό. Στα μέσα του 18ου αιώνα το Καμπούκι έχασε τη λάμψη του για ένα διάστημα με το μπουνράκου να παίρνει τη θέση του σαν κύριος τρόπος διασκέδασηςστην Ιαπωνία στις κατώτερες κοινωνικές τάξεις .

Η ανασύσταση του Καμπούκι στην περίοδο Μέιτζι

Παράσταση καμπούκι γύρω στα 1860

Οι τεράστιες κοινωνικές αλλαγές που ξεκίνησαν το 1868 με την πτώση των σογκούν Τοκουγκάουα, η εξαφάνιση της τάξης των σαμουράι και το άνοιγμα της Ιαπωνίας στη Δύση βοήθησαν στην ανασύσταση του Καμπούκι. Το Καμπούκι άρχισε να προσαρμόζεται στους μοντέρνους καιρούς και συντομα έγινε ξανά δημοφιλής με τις ανώτερες κοινωνικά τάξεις. Το 1887 δόθηκε μάλιστα παράσταση προς τιμήν του αυτοκράτορα.

Πολλά θέατρα Καμπούκι καταστράφησαν κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών του Δευτέρου Παγκόσμιου Πολέμου και οι σύμμαχοι κατήργησαν προσωρινά την λειτουργία των εναπομείναντων μετά τον πόλεμο. Παρόλα αυτά η κατήργηση ήρθε το 1947 και οι παραστάσεις ξεκίνησαν ξανά.

Resourses:

http://www.gnwsis.gr/

http://el.wikipedia.org/wiki/